Luke Cage, η μάχη του Χάρλεμ

Οι τηλεοπτικές σειρές του Netflix που μοιράζονται ένα κοινό σύμπαν με την κινηματογραφική Marvel, προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν όσο πιο πολύ γίνεται από τα μεγάλα αδέλφια τους και να χαράξουν ένα δικό τους καλλιτεχνικό δρόμο. Η δεύτερη σεζον Luke Cage παραμένει στα μονοπάτια που χάραξε η πρώτη, βαδίζοντάς τα νωχελικά, εξερευνώντας την μαύρη πολιτισμική και πολιτική κληρονομιά. Όπως και με τη πρώτη σεζόν, η Marvel (βλ. Disney), έχοντας βάλει στόχο να διευρύνει το κοινό της πέρα από τα άσπρα λυκειόπαιδα,  αντλεί από το blaxsploitation του 1970 που γέννησε των χάρτινο ήρωα και χτίζει ένα νέο είδος με σκοπό την ενσωμάτωση της μαύρης κοινότητας στην ποπ κουλτούρα του 21ου αιώνα, όπως ακριβώς και με την τεράστια επιτυχία της ταινίας Black Panther. Οι αναφορές στη μαύρη κληρονομιά του Χάρλεμ παραμένει το κύριο συστατικό και η πυξίδα αναφοράς της σειράς. Τα κίνητρα των δύο βασικών χαρακτήρων, του Luke (Mike Colter) και της Black Mariah (Alfre Woodard ), περιστρέφονται γύρο από αυτό τον άξονα, μια μάχη για αυτό που ονομάζουν «η ψυχή του Χαρλεμ». Μέσα σε ένα τεράστιο σύμπαν που έχει κτίσει η Marvel την τελευταία δεκαετία, η σειρά αρκείται στη μικρή γωνιά του νησιού του Μανχάταν, παραβλέποντας επιδεικτικά τα κοσμογονικά γεγονότα που διαδραματίζονται ακριβώς στο ίδιο νησί, γεγονότα που αλλάζουν τη ροή του ίδιου του ανθρώπινου είδους -όπως η εμφάνιση εξωγήινων.

Η επιμονή των δημιουργών να χαράξουν τη δική τους αυτόνομη καλλιτεχνική πορεία δουλεύει  στο επίπεδο της αφήγησης μιας συγκεκριμένης ιστορίας σε δύο σεζόν στο Netflix, αλλά όχι στο ευρύτερο οικοσύστημα , ακόμα και του ίδιου του καναλιού και το εγχείρημα των Defenders. Από τη μία έχουμε αναφορές στο MCU (τα όπλα της εταιρίας Hammer, του ανταγωνιστή του Tony Stark στο Iron Man 2) και cameo από τον Iron Fist (κλείσιμο του ματιού στο Heroes for hire), τον οποίο προσπαθεί –απεγνωσμένα;- το κανάλι να σώσει. Από την άλλη έχουμε μια βασική πλοκή που λειτουργεί ανεξάρτητα από όλα αυτά, και σε μερικά σημεία ίσως και εκτός λογικής. Και ενώ τα κόμικ πάντα είχαν τις δικές τους ιστορίες να πουν, με τον μικρόκοσμο του εκάστοτε ήρωα πολλές φορές απομονωμένο από το μεγασύμπαν που τον περιβάλλει, στα οπτικά μέσα, κι ενώ αυτά έκαναν την αρχή να γιγαντώσουν τις ιστορίες, δημιουργούνται κενά γιατί ο θεατής έμαθε να τα λαμβάνει σαν ενότητα.

Η δεύτερη σεζόν του Luke Cage έχει διατηρήσει ό,τι το έκανε μια καλή σειρά εξαρχής, με γνώριμους χαρακτήρες να επανέρχονται και νέους να την εμπλουτίζουν. Το κλαμπ Harlem Paradise συνεχίζει να φιλοξενεί καλλιτέχνες της σύγχρονης μαύρης μουσικής, με αποκορύφωμα την εμφάνιση του KRS-One σε μια συναυλία που λήγει άδοξα, ενώ  ένα ακόμα μέλος των θρυλικών Wu Tang Clan κάνει ένα πέρασμα από τη σειρά. Οι αλλαγές αφορούν κυρίως στον ίδιο τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, ο οποίος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο ποιος είναι και τι ο κόσμος αναμένει από αυτόν. Η εμμονή της ύπαρξης του κακού στην ίδια την αυλή του όμως φαίνεται να γέρνει τη ζυγαριά αποφασιστικά προς την πλευρά της βίας που αναγκάζεται να ακολουθήσει όσο ο χρόνος κυλάει. Ο πράος σχεδόν Luke της πρώτης σεζόν παραδίδει τη σκηνή στον Power Man των κόμικ, έναν σκληρό χαρακτήρα του δρόμου, με τις απαραίτητες συγκρούσεις με τα άτομα που επιθυμούν έναν άλλο δρόμο γι’αυτόν. Επιπλέον σε αυτή τη σεζόν έχουμε την εμφάνιση της Misty Knight (Simone Missick )με τη μορφή με την οποία έγινε γνωστή στα κόμικ, με το προσθετικό υπερ-χέρι, αν και εδώ δεν προέρχεται από την τεχνολογία του Tony Stark αλλά την εταιρία του Danny Rand (Finn Jones ). Η αργή εξέλιξη των χαρακτήρων δείχνει ότι η σειρά έχει ακόμα αρκετό μέλλον στη φιλόξενη αγκαλιά του συνδρομητικού καναλιού.

 

 

Ένα αδύνατο, ίσως, σημείο αυτής της σεζόν είναι η πληθώρα ανταγωνιστικών χαρακτήρων που χρησιμοποιεί. Έτσι, με την προσθήκη του Bushmaster (Mustafa Shakir), ενός τζαμαϊκανής καταγωγής αρχηγού συμμορίας, και τη διατήρηση της Black Mariah  και του Shades (Theo Rossi ), έχουμε συγκρούσεις σε πολλά επίπεδα, σε μία μάχη επικράτησης  όλοι-εναντίον-όλων, ακόμα και με δευτερεύοντες χαρακτήρες όπως η κόρη της Mariah(Gabrielle Dennis) και ο πατέρας του Luke, ο γνώριμος από τις πρώτες σεζόν του ομόσταβλου House of cards Reg E. Cathey . Πρέπει όμως να τονιστεί ότι το δυνατό καστ, ιδίως στους ρόλους των κακών, λειτουργεί σε ικανοποιητικό επίπεδο, ακόμα και στους, βασανιστικά, αργούς ρυθμούς αφήγησης. Ένα ακόμα χειρότερο σημείο, κι αυτό περισσότερο σαν γκρίνια από την πλευρά των αναγνωστών κόμικ  και όχι τόσο των θεατών τηλεοπτικών σειρών, είναι η παρουσίαση των δυνάμεων του ήρωα οι οποίες είναι σημαντικά περιορισμένες σε σχέση με τα έντυπα, ίσως για κάποιους –διαστρεβλωμένους- λόγους αληθοφάνειας (;). Όπως και να έχει, δεν έχει κανένα νόημα ένα απλό μπαστούνι μπέιζμπολ να μπορεί να έχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα πάνω στον Luke, όποιος και με όση δύναμη και αν το κραδαίνει, απλά σπάει.

Τις δύο σεζόν του Luke Cage μπορείτε να βρείτε στο Netflix.

Related posts