Ταξίδι στην Wild wild country

Ένας πνευματικός ηγέτης, μια μεγαλομανής ιδιαιτέρα, μια αφοσιωμένη οπαδός, ένας πανέξυπνος δικηγόρος, μερικές χιλιάδες πιστοί σε ένα κοινόβιο και ένα ξεχασμένο χωριό στην καρδιά της συντηρητικής αμερικανικής κοινωνίας. Αν όλα αυτά δεν σας προετοιμάζουν για το τι θα ακολουθήσει, έχετε απόλυτο δίκιο. Η ιστορία είναι απίστευτη αλλά απόλυτα αληθινή.

Το δικτυακό τηλεοπτικό κανάλι του Netflix είναι φυσικά γνωστό στους περισσότερους για τις σειρές τις οποίες προβάλει και παράγει. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δραστηριοποιείται και σε άλλα είδη αφήγησης. Η αλήθεια είναι ότι στις ταινίες του δεν έχει κάνει και τις καλύτερες επιλογές μέχρι στιγμής αλλά με τα ντοκιμαντέρ δείχνει να αναλαμβάνει έναν εξέχοντα ρόλο στο είδος. Σε παλαιότερα διαμάντια όπως το “Making a murderer” έρχεται να προστεθεί το “Wild wild country” σε παραγωγή των αδελφών Mark και Jay Duplass, γνωστών για μια πληθώρα άλλων τηλεοπτικών δουλειών ως σκηνοθέτες, συγγραφείς, παραγωγοί και ηθοποιοί.

Πριν μιλήσουμε γι’ αυτό όμως χρειάζεται να λύσουμε ένα θέμα: πώς μπορείς να κρίνεις ένα ντοκιμαντέρ χωρίς να επηρεασθείς καθόλου από το θέμα με το οποίο καταπιάνεται; Είναι το θέμα ένας παράγοντας αξιολόγησης; Μπορεί ένα ντοκιμαντέρ με όχι και τόσο ενδιαφέρον θέμα να σε κερδίσει με τον τρόπο που το αφηγείται; Μπορεί ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα να σε παρασύρει και να παραβλέψεις μια κακή αφήγηση;
Δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Η ψύχραιμη αντιμετώπιση είναι πως είναι απολύτως λογικό το θέμα να αποτελεί ένα μέρος της αξιολόγησης ενός ντοκιμαντέρ. Ωστόσο θα πρέπει να υπάρχει η αποστασιοποιημένη αξιολόγηση του θεατή στα δυο ξεχωριστά αντικείμενα – Θέμα και Τρόπος αφήγησης – έτσι ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί και το όποιο ερευνητικό ή καλλιτεχνικό επίτευγμα του δημιουργού.

 

 

Στην περίπτωση του Wild wild country φυσικά δεν υπάρχει κάτι να μας απασχολεί, ούτε σχετικά με το θέμα, ούτε σχετικά με τον τρόπο που μας παρουσιάζεται. Σε αιχμαλωτίζουν και τα δυο από την πρώτη στιγμή.

Η ιστορία μας αρχίζει κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 στην Ινδία. Ένας πνευματικός καθοδηγητής που ασπάζεται ιδέες όπως την αγάπη, την αποδοχή σε όλες τις θρησκείες, τον συγκερασμό της πνευματικότητας της ανατολής με τον υλισμό της δύσης και την εσωτερική αναζήτηση με σκοπό τη δημιουργία ενός “νέου ανθρώπου”, συγκεντρώνει όλο και περισσότερο κόσμο να τον ακολουθεί και να εφαρμόζει τα διδάγματά του. Όλα αυτά συμβαίνουν στην Ινδία. Το μεγάλο του όνειρο είναι η δημιουργία ενός κοινόβιου όπου θα εφαρμόζονται όλες οι αξίες του, μιας ουτοπικής κοινότητας στην οποία θα ζουν αρμονικά ο ίδιος και οι χιλιάδες ακόλουθοί του. Μετά από αναζήτηση πολλών ετών, ο χώρος για την δημιουργία του βρίσκεται. Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο χώρος είναι ένα τεράστιο ράντσο στην καρδιά των ΗΠΑ.

Είμαστε στο 1981 και οι συνταξιούχοι κάτοικοι της μικρής πόλης Adelope στο Όρεγκον, βλέπουν τη ζωή τους να αλλάζει ριζικά. Η ήσυχη εως βαρετή καθημερινότητά τους, συνταράσσεται από την έλευση εκατοντάδων νέων κυρίως ανθρώπων, που φορούν τα ίδια ρούχα, χαμογελούν και τραγουδούν συνέχεια, χτίζουν μια ολόκληρη πόλη δίπλα στα σπίτια τους και το κυριότερο, κάνουν σεξ. Πολύ, θορυβώδες, συνεχές και ελεύθερο σεξ. Όλα αυτά ρίχνουν μια δυνατή γροθιά στο υπογάστριο της αρτηριοσκληρωτικής και συντηρητικής κοινωνίας και αυτή δεν είναι διατεθειμένη να το αφήσει να περάσει έτσι.
Η ιστορία έχει πολλές ανατροπές και απίστευτες εξελίξεις. Η συνεχής προσπάθεια της τοπικής κοινωνίας να αποβάλει το καινούριο και το διαφορετικό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προσπάθεια των υπεύθυνων του κοινοβίου – που εκφράζεται κυρίως μέσω της ιδιαιτέρας του γκουρού που πλέον ενεργεί αντ’ αυτού – να εδραιώσουν την παρουσία τους εκεί με κάθε τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο, νόμιμο ή παράνομο.

Η αφήγηση βασίζεται στις προσωπικές συνεντεύξεις των περισσότερων εκ των πρωταγωνιστών των αληθινών γεγονότων και εμπλουτίζεται με μια πληθώρα από αρχειακό υλικό που σε βάζουν πλήρως μέσα στην εποχή και σου δίνουν τη σφαιρική εικόνα από όλα όσα συνέβησαν.

Το πραγματικά εντυπωσιακό όμως με αυτό το ντοκιμαντέρ είναι το πόσο αμερόληπτα καταφέρνει να αφηγηθεί τα γεγονότα. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές φορές κατά τη διάρκεια των 6 ωριαίων επεισοδίων, ο θεατής θα αλλάξει πλευρά με όσα βλέπει να συμβαίνουν. Οι δημιουργοί δεν έχουν σκοπό να πάρουν θέση και αυτό το καταφέρνουν απόλυτα. Θέλουν απλά να παρουσιάσουν τα γεγονότα όσο πιο αντικειμενικά και αληθινά μπορούν. Έτσι στο τέλος θα διαπιστώσεις πως δεν υπάρχει καλός και κακός σε αυτή την ιστορία. Υπάρχουν παλαιωμένες αντιλήψεις, κατάχρηση εξουσίας και από τις δυο πλευρές, ανθρώπινες αδυναμίες, έγκλημα και τιμωρία.

Δεν ξέρω πόσο συχνό είναι το φαινόμενο η παρακολούθηση ενός ντοκιμαντέρ να αιχμαλωτίζει τον θεατή στον ίδιο βαθμό που το κάνει μια σειρά μυθοπλασίας, με αποτέλεσμα να βλέπει έξι επεισόδια σχεδόν μονοκοπανιά. Το Wild wild country πάντως το καταφέρνει και είναι σίγουρα κάτι που αξίζει να αφιερώσετε μερικές ώρες για να παρακολουθήσετε. Ανυπομονούμε να δούμε και άλλες παρόμοιες δουλειές τόσο από τους αδελφούς Duplass όσο και από το Netflix.

ΥΓ. Αν και δεν γίνεται αναφορά στο ντοκιμαντέρ, η ιστορία έχει και ένα μικρό ελληνικό ενδιαφέρον. Για να μην αποκαλύψουμε κάτι, μετά το τέλος της σειράς, κάντε μια αναζήτηση με το όνομα του γκουρού και τη λέξη Κρήτη.

Related posts